Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποσπόγγ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αποσπόγγ' , 2. αποσ̌πόγγ' Προφορά: αποσπόγγ
  1. σφουγγάρι ή πανί με το οποίο καθαρίζουν το βρέφος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια