φθείρωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Έγρασεν τα λώματα τ’ κι επέμ’νεν γυμνός. (φθείρω)
2) Γράνω τα σταχͮία, σ’ αλών'. (κόβω τα στάχια και μεταβάλλω σε άχυρο)
3) Εγώ καινούρα̤ ’κ’ έγρασα και τα παλαιά μ’ ’κ’ εδώκα.