Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποσκευαρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αποσ̌κευαρίζω , 2. αποσ̌κεβαρίζω Προφορά: αποσκευαρίζω
  1. μαζεύω τα πιάτα και τα κουτάλια μετά από δείπνο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τη Μεγάλ’ Εβδομάδαν όλ’ αποσ̌κευαρίζ’νε. (καθαρίζω και τακτοποιώ τα σκεύη)
    2) Σά δύο μήνας απέσ’ ούλα̤ επεσ̌κευάρ’τσαμ’ ατα. (τρώγω όλα όσα έχει το τραπέζι, το σπίτι)
    3) Επεσ̌κευαρίεν. (έφαγε πολύ)
    4) Εκάτσεν σο τραπέζ’ κι επεσ̌κευαρίεν. (τρώγω όλα όσα έχει το τραπέζι, το σπίτι)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά από + σκεύος

  3. συμμαζεύω, τακτοποιώ Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  4. 1) διευθετώ τα της κουζίνας, 2) τακτοποιώ τα οικιακά Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό αποσκευάζω με την έννοια του καθαρίζω, διευθετώ
    < αποσκευάζειν τήν τράπεζαν τό καθαρόν ποιείν- από το Λεξικό Σούδα>

    Χρόνοι:
    παρατατικός επεσκευάριζα
    μέλλοντας θα αποσκευαρίζω
    αόριστος επεσκευάρ'τσα

    Προστακτική:
    αποσκευάρ΄τσον!

    Παράδειγμα:
    Πού έσ'νε; - σήν αποσκευήν επεσκευάριζα. (-πού ήσουν;- στην κουζίνα ,καθάριζα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια