Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Τη Μεγάλ’ Εβδομάδαν όλ’ αποσ̌κευαρίζ’νε. (καθαρίζω και τακτοποιώ τα σκεύη)
2) Σά δύο μήνας απέσ’ ούλα̤ επεσ̌κευάρ’τσαμ’ ατα. (τρώγω όλα όσα έχει το τραπέζι, το σπίτι)
3) Επεσ̌κευαρίεν. (έφαγε πολύ)
4) Εκάτσεν σο τραπέζ’ κι επεσ̌κευαρίεν. (τρώγω όλα όσα έχει το τραπέζι, το σπίτι)
Προέλευση:
από τα συνθετικά από + σκεύος
Προέλευση:
από το αττικό αποσκευάζω με την έννοια του καθαρίζω, διευθετώ
< αποσκευάζειν τήν τράπεζαν τό καθαρόν ποιείν- από το Λεξικό Σούδα>
Χρόνοι:
παρατατικός επεσκευάριζα
μέλλοντας θα αποσκευαρίζω
αόριστος επεσκευάρ'τσα
Προστακτική:
αποσκευάρ΄τσον!
Παράδειγμα:
Πού έσ'νε; - σήν αποσκευήν επεσκευάριζα. (-πού ήσουν;- στην κουζίνα ,καθάριζα)