αποσκάλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αποσκάλ'
Προφορά: αποσκάλ
-
το μέρος, το τμήμα του έργου που άρχισε να εκτελείται
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
το αρχικό κομμάτι που θερίζει ή σκάβει κάποιος, το πρώτο σκαλί ενός έργου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
δουλειά που δεν έχει τελειώσει (μεταφορικά)
Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου