Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποσκάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποσκάλ' Προφορά: αποσκάλ
  1. το μέρος, το τμήμα του έργου που άρχισε να εκτελείται Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. το αρχικό κομμάτι που θερίζει ή σκάβει κάποιος, το πρώτο σκαλί ενός έργου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Χά, τρανόν αποσκάλ’! (ειρωνικά, τι μεγάλη απαρχή!)

  3. δουλειά που δεν έχει τελειώσει (μεταφορικά) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια