Παράδειγμα: Μώσε νέπρε Θόδωρε, όλ εσέν’ λέγ’νε άπορε. (ανάπηρος)
Αρσενικό: Ενικός: άπορος Πληθυντικός: άποροι
Θηλυκό: Ενικός: άπορος Πληθυντικός: άποροι
Ουδέτερο: Ενικός: άπορον Πληθυντικός: άπορα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.