Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στράφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στράφτω Προφορά: στράφτω
  1. αστράφτω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Βροντά και στράφτ’ ο ουρανόν και ξ̌ύν’ με το σταμνίν.
    2) Στράφτ’νε τα πέταλα μ’. (φεύγω τρεχάτος, διωγμένος)
    3) Μη στράφτ’ και μη βροντά. (έχουν υπερβολική αγάπη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια