λαχανιάζω, ασθμαίνωΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
ξεφυσώ, λαχανιάζωφουσκώνω και ξεφουσκώνω (για τα βοειδή όταν κουράζονται ή ζεσταίνονται υπερβολικάΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο λιχμάζω = περιστρέφω τη γλώσα σαν φίδι