Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στράτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στράτα Προφορά: στράτα
  1. δρόμος, στράτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Παίρω την στράταν σο χͮ έρ. (μπαίνω στο δρόμο)
    2) Εσέβαμε σην στράταν. (ξεκινήσαμε)
    3) Ενοί’αν τα στράτας. (τελείωσε ο αποκλεισμός)
    4) Δίγω στράταν. (αφήνω ελεύθερο το πέρασμα)
    5) Εκάλ’κεψεν το πουλάρ’ και εδέκεν α στράταν. (Ιδίωμα: Κοτυώρων, αφήνω ελεύθερο το πέρασμα)

  2. δρόμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη strata- ae=δρόμος λιθόστρωτος

Παρατηρήσεις - Σχόλια