Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λανάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λανάρ' Προφορά: λανάρ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    εργαλείο ξυσίματος μαλλιών

  2. μηχανή ή εργαλείο για ξάσιμο μαλλιών Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:

    Λατινικό lanaria-ae = εριουργείο, κλωστήριο (από το lana-ae = μαλί προβάτων)

Παρατηρήσεις - Σχόλια