Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

απολούσια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. απολούσα̤ , 2. απολούσ̌α̤ Προφορά: απολούσεα
  1. το λούσιμο του βρέφους, τρεις ημέρες μετά την βάπτισή του Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια