Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποκουμπίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκουμπίζω Προφορά: αποκουμπίζω
  1. στηρίζομαι κάπου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. στηρίζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Επήεν κ’ επεκούμπιξεν ση Ροδιανής την πόρταν.
    2) Εκούμπ’σεν σήν θα̤γατέραν ατ’.
    3) Ακρίτας επεκούμπιξεν, έναν ύπνον επαίρεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια