Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποκόλλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκόλλ' Προφορά: αποκόλλ
  1. το μωρό που παύει να βυζαίνει Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. λέγεται για μωρό ή ζώο που παύει να βυζαίνει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια