αποκόλλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αποκόλλ'
Προφορά: αποκόλλ
-
το μωρό που παύει να βυζαίνει
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
λέγεται για μωρό ή ζώο που παύει να βυζαίνει
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης