Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποκαμαρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκαμαρώνω Προφορά: αποκαμαρώνω
  1. αφαιρώ το πέπλο της νύφης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αφαιρώ τη νυφική καλύπτρα μετά τη στέψη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ξεσκεπάζω αφαιρώ το καμαρωτέρ' της νύφης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σ’ αποκαμάρωμαν έρθες. (ήρθες πολύ αργά, κατά το τέλος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια