Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αποκάμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αποκάμ ' Προφορά: αποκάμ
  1. μισοκαμένο ξύλο φωτιάς Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. λείψανο καμένου ξύλου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια