Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ολουχλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ολουχλαεύω Προφορά: ολουχλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ρέω με ορμή

    Παράδειγμα:
    Ολουχλάεψεν το αίμαν ασό μυτίν ατ’.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ολουχλάεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια