Προέλευση: από τα συνθετικά του ρήματος γουτουρεύω και την κατάληξη -μονή
Παράδειγμα: Γουτουρομονήν έχͮ' απέσ’ ατ’. (είναι εξαγριωμένος, Ιδίωμα: Σταυρί)
Ενικός: η γουτουρομονή Πληθυντικός: τα γουτουρομονάντας
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, σύμφωνα με τα θηλυκά σε -μονή, ωστόσο εύχρηστο κυρίως στον Ενικό, λόγω σημασιολογίας