Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Σο κιριάτσ̌ετάραξαν στουπίν να γίνεται αθάνατον.
2) Εμέτ’σεν κ’ εγέντον στουπίν. (μεθάω πολύ, γίνομαι στουπί)
εμέτ’σεν: από τον τύπο εμέθυσεν, με συγκοπή της συλλαβής (θυ) και συγχρόνως τροπήτου δασέος (θ) στο ψιλό (τ). Παράβαλε το νεοελληνικό κάθισε-κάτσε
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη στυπείον= χοντρό και ακατέργαστο λινάρι