Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χορέκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χορέκ'
Προφορά: χορέκ
το κάτουρο παιδιών ή ζώων
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Άδισσας
Σχόλιο:
Των ηλικιωμένων λεγόταν τσίλτεμαν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
χορέϊ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια