Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαθίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαθίζω Προφορά: μαθίζω
  1. διδάσκω μαθαίνω κάτι σε κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια