Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαγάρισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαγάρισμαν Προφορά: μαγάρισμαν
  1. λέρωμα, βρώμισμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια