Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαγαρά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαγαρά Προφορά: μαγαρά
  1. σπηλιά, σήραγγα δωμάτιο σκοτεινό πλάι στο σταύλο, όπου κρύβονταν από τους Τούρκους οι χωρικοί της Νικοπόλεως Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Επροφτάσαμε κι εσέβαμε ση μαγαράν κ’ εγλιτώσαμε.
    2) Μαγαράν κρούει. (πέθανε πρίν, Ιδίωμα: Σταυρί)
    3) Οι Τούρκ’ εύραν τη μαγαράν ντ’ εκρύφκουσαν οι Σαντέτ’.

  2. σπηλιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια