Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λωρίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λωρίν Προφορά: λωρίν
  1. 1) στενή λωρίδα από πετσί 2) κάθε πράγμα (χωράφι, ύφασμα...) στενόμακρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Με τα λωρία ελωρίασα τα τσ̌αρούχͮα̤ μ’. (στενή λωρίδα από πετσί)
    2) Έναν λωρίν έκοψαν κι εδέκαν εμέ ασό τσαΐρ' τα πεθερικά μ’. (κάθε πράγμα στενόμακρο)
    3) Σά χͮέρα̤ 'παίρ'να τ’ άρματα, εζώσκουμ’ τα λωρία.

  2. το δερμάτινο λουρί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. δερμάτινο λουρί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια