Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λοχούσα (η) [, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λοχούσα Προφορά: λοχούσα
  1. λεχώνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τη λοχούσας το ποδάρ’ ως τα σεράντα ημέρας σο ταφίν έν’.

  2. λεχώνα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. λεχώνα γυναίκα που γέννησε πρόσφατα και μένει ακόμη στο κρεβάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το ρήμα λεχώ

  4. λεχώνα, λεχωίδα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. λεχώνα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αρχαίο λεχωάς- άδο, λοχώ, λοχώ.

    2.Σχόλιο:
    Γενική: τη λοχούσας
    Αιτιατική: την λοχούσαν

    3. Παράδειγμα:
    Επήγα ση Μελανίας η νυφέ ατ'ς λοχούσα έν'! (Πήγα στης Μελανίας που έχει λεχώνα την νυφαδιά της).

    4.Αναφορά:
    λεχώ μ' απαγγέλ' ούσαν άρσενος τόκου (Ευριπίδη Ηλέκτρα 652)

Παρατηρήσεις - Σχόλια