Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λιμενεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμενεύω Προφορά: λιμενεύω
  1. λιώνω (για χιόνι) 1) αράζω στο λιμάνι 2) εγκαθίσταμαι κάπου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. 1) εγκαθίσταμαι κάπου σαν σε ασφαλές μέρος 2) αποκαλύπτομαι από τα χιόνια που λιώνουν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη λιμήν

Παρατηρήσεις - Σχόλια