Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λείψανον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λείψανον Προφορά: λείψανον
  1. ο σορός του νεκρού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια