Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λείχω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λείχω Προφορά: λείχω
  1. γλύφω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. γλείφω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    πρόλευση:
    λείχω

  3. γλείφω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Μεταφορική σημασία:
    κολακεύω

  4. γλείφω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το ιωνικό λείχω με την ίδια έννοια,

    2. Σχόλια:
    Παρατατικός: έλειχα
    Μέλλοντας: θα λείχω
    Αόριστος: έλειξα
    Προστακτική: λείξον!

    3. Παράδειγμα:
    Εγώ καν'άν καμμίαν κι' λείχω, όπως ατός ασά παλαιά έμαθεννα λείχ'! - Ποτέ μου κανέναν δεν κωλόγλειψα όπως έμαθε αυτός να γλείφει από τα παλιά.

    4. Αναφορά:
    Ωμηστής λέων άδην έλειξεν αίματος τυραννικού... (Αισχύλου Ευμενίδες 106)

Παρατηρήσεις - Σχόλια