-
ελειπής
μ.τ.φ ανόητος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
λιγόμυαλος, λειψός, ελλιπής
ελλιπής σε βάρος ή ποσότητα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
λειψός, λιγόμυαλος, βλαμμένος
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου