Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λειακόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λειακόν Προφορά: λειακόν
  1. το ακόνι από πέτρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ακόνι πέτρα ακονίσματος, λειον - ακόνι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια