Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαχτίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαχτίζω Προφορά: λαχτίζω
  1. κλωτσώ, πάλλω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παραδείγματα
    1. λαχτίζ η καρδία μου
    2. λαχτίζ η γερά μου (όταν γιατρεύεται η πληγή)

  2. κλωτσώ, λαχτίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. κλωτσώ νιώθω πόνο από δοθιήνα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  4. κλωτσάω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αρχαίο λακτιώ

    2. Σχόλια:
    Παρατατικός: ελάχτιζα
    Μέλλοντας: θα λαχτίζω
    Αόριστος: ελάχτισα
    Προστακτική: λάχτισον!
    Παράγωγο ουσιαστικό: η λάχτα, που σημαίνει κλωτσιά

    3. Παραδείγματα:
    Κάθ΄κα καλά ειδεμή δίγω σε έναν λαχτάν - καθου καλάαλλιώς θα φας κλωτσία!
    Επρέστεν το σέρι μ' καίλαχτίζ' πολλά άσχεμα - πρήστηκε το χέρι και πονάει δυνατά.

    4. Αναφορά:
    Σύν δ' ήλασ' οδόντας λακτίζων ποσί γαίαν... -σφίγγοντας τα δόντια κλώτσαγε τη γη με τα πόδια του ( Οδύσσειας Σ 99)

Παρατηρήσεις - Σχόλια