ώς, έως (επίρρημα)Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ετσ̌α̤γκλιάσ̌εψεν γούς να εμέρωσεν να παίρ’ και την νουσαλούν ατ’.
2) Γούς και τα κουνόπαιδα πα επέραν ση χαράν. (ακόμα και, ως και, Ιδίωμα: Αργυρούπολης)
έωςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης