Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χόρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮόρι Προφορά: σόρι
  1. χέρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Με το έναν το χͮόρι σ’ κράτ’ με και με τ’ άλλο κόψον.

    Σχόλιο:
    χͮέρι - χͮόρι: Δεν είναι ασυνήθιστη η τροπή του ενός βραχέος φωνήεντος στο έτερό του. Στην γλωσσολογική επιστήμη είναι γνωστό ως ετεροίωση)

Παρατηρήσεις - Σχόλια