Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρταρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρταρεύω Προφορά: γουρταρεύω
  1. ελευθερώνω, απαλλάσσω, γλιτώνω γλυτώνω τον άλλον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kurtarmak

    Ιδίωμα:
    Τσακράκ

  2. σώζω γλυτώνω κάποιον από κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια