Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρταρεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρταρεύκουμαι Προφορά: γουρταρεύκουμαι
  1. γεννώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    Ντό έσυρεν η μάρ’σα ώς να εγουρταρεύτεν.
    Εσύ πά γουρταρεύκεσαι άσ’ ουλωνών τ’ ομμάτα̤.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    γλιτώνω από κάτι

  3. γλιτώνω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια