Παραδείγματα: Ντό έσυρεν η μάρ’σα ώς να εγουρταρεύτεν. Εσύ πά γουρταρεύκεσαι άσ’ ουλωνών τ’ ομμάτα̤.
Ερμηνεία: γλιτώνω από κάτι
Ενεστώτας: γουρταρεύκουμαι Παρατατικός: εγουρταρεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα γουρταρεύκουμαι Αόριστος: εγουρταρεύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.