Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χιονάχραδον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χͮιονάχραδον , 2. χͮο̤νάχραδον Προφορά: σιονάχραδον
  1. ποικιλία αχλαδιού που ωρίμαζε με τα χιόνια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    1) Χαλδίας (χͮιονάχραδον)
    2) Σταυρί (χͮο̈νάχραδον)

Παρατηρήσεις - Σχόλια