χρεμετίζωειρωνικά σημαίνει γελώΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Έρθεν το μαύρον τ’ άλογον και χλιμιτίζ’ σην πόρτα σ’.
2) Χλιμίτιξεν ο μαύρος μου κι ο κάστρος αθ’ εσείεν.
3) Νε πουτσή, ντό είδες και χλιμιτί’εις; (ειρωνικά σημαίνει γελώ)