Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χισμέτιν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χισμέτιν Προφορά: χισμέτιν
  1. υπηρεσία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

    Παράδειγμα:
    Ο διάκον εποίνεν το δεσπότ’ χιζμέτιν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια