Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χισίμης (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. χισίμης , 2. χισ̌ίμης Προφορά: χισίμης
  1. συγγενής, κρύος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων (χισίμης), Οινόης (χισ̌ίμης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια