Επιπλέον Ερμηνεία: φορέας κακού
Παράγωγο: γουρζουλούχ'
Αρσενικό: Ενικός: γουρσούζης / γουρσού͜ης Πληθυντικός: γουρσούζοι / γουρσούζ'
Θηλυκό: Ενικός: γουρσούζαινα Πληθυντικός: γουρσούζ'
Ουδέτερο: Ενικός: γουρσούζικον / γουρσούζ'κον Πληθυντικός: γουρσούζ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.