Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καματίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καματίζω Προφορά: καματίζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    αγγαρεύω άνθρωπο ή ζώο, για δικό μου όφελος

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    1) χρησιμοποιώ για δουλειά άνθρωπο ή ζώο

    2) καλλιεργώ κάτι με μισθωτούς εργάτες

    3) κάνω να γεμίσει πύο (για πληγή)

  3. εκμεταλλεύομαι Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια