Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανεφορία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανεφορία Προφορά: ανεφορία
  1. τα μεσογειακά μέρη σε αντίθεση προς τα παράλια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια