Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανιάτευτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ανά̤τευτος , 2. ανιάτευτος Προφορά: ανεάτευτος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    (για χωράφι) αυτό που δεν οργώθηκε, που δεν κοπρίστηκε, λιπάνθηκε

Παρατηρήσεις - Σχόλια