Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κουρμπέτ
Παράδειγμα: Οι παλαιοί οι Σαντέτ' σην Οβάν εποίν'ναν γουρπά̤τ’.
Παράγωγο: γουρπατζής (ξενιτεμένος)
Ενικός: γουρπά̤τιν / γουρπά̤τ' Πληθυντικός: γουρπά̤τα̤