Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αναφουντουλιάζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αναφουντουλά̤ζω , 2. αναφουντουλιάζω
Προφορά: αναφουντουλεάζω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Ερμηνεία:
ανακινώ προς τα πάνω κάποιο πράγμα για να μην είναι συμπιεσμένο (για στρώματα)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
αναφουντουλίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια