Ερμηνεία:
για την κότα που έγινε κλώσσα
Άλλη ερμηνεία:
(για κότα ) που κάνει κλου κλου δείγμα ότι θέλει να επωάσει
1. Προέλευση:
το ιωνικό κλώζω, κλοάζω και το αρχαίο κλώσσω.
2. Σχόλια:
Παρατατικός: εκλούκιζα
Μέλλοντας: θα κλουκίζω
Αόριστος: εκλούκ'σα
Προστακτική: κλούκ΄σον