Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλουκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κλουκίζω Προφορά: κλουκίζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    για την κότα που έγινε κλώσσα

  2. κλωσάω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Άλλη ερμηνεία:

    (για κότα ) που κάνει κλου κλου δείγμα ότι θέλει να επωάσει

  3. επωάζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    το ιωνικό κλώζω, κλοάζω και το αρχαίο κλώσσω.

    2. Σχόλια:
    Παρατατικός: εκλούκιζα
    Μέλλοντας: θα κλουκίζω
    Αόριστος: εκλούκ'σα
    Προστακτική: κλούκ΄σον

Παρατηρήσεις - Σχόλια