Ερμηνεία:
χτυπώ τον άλλο έτσι ώστε να γίνεται γουρούδ' (πρήξιμο) στο κεφάλι του
Παράδειγμα:
Αέτσ' ’κι θ’ αφήνωμε ατό τη δουλείαν. Θα γουρουδά̤ζομε.
Ερμηνεία:
αποκτώ εξόγκωμα στο κεφάλι από χτύπημα
Ερμηνεία:
γεμίζω κάποιον με καρούμπαλα (χτυπώντας τον)