Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλέμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κλέμαν Προφορά: κλέμαν
  1. ο ερπυστικός κορμός πολλών φυτών (κολοκυθιάς, αγγουριάς, αλλά και της πατάτας, φασουλιού) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό κλήμα

    Παραδείγματα:
    1) Άμον κλέμαν. (λεβέντης)
    2) Το παιδίν ατ’ κλέμα. (λεβέντης)

  2. κληματοειδής βλαστός φυτού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια