Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κλαίη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κλαίη Προφορά: κλαίη
  1. κλάμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    1) Το γέλος έχ’ και κλαίη.
    2) Επίασε με η κλαίη. (λυπήθηκα)

  2. κλάμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια