Ερμηνεία: αυτό που έχει υποστεί την αναγκαία ζύμωση
Ενικός: ανεβασμάτιν/ ανεβασμάτ' Πληθυντικός: ανεβασμάτα̤
Σχόλιο: πρόκειται για ουσιαστικοποιημένο επίθετο. Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.