Ερμηνεία: εκείνος που είχε γουρούδ’ (βλ.λ. γουρούδ' = πρήξιμο της κεφαλής από χτύπημα)
Ιδίωμα: Άδισσας
Αρσενικό: Ενικός: γουρουδέας Πληθυντικός: γουρουδά̤ροι / γουρουδά̤ρ'
Θηλυκό: Ενικός: γουρουδα̤ρία Πληθυντικός: γουρουδά̤ρ'
Ουδέτερο: Ενικός: γουρουδά̤ρικον / γουρουδά̤ρ'κον Πληθυντικός: γουρουδά̤ρ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους