Βλ.λ. κερτάν
κιορτάν(ι)
Ερμηνεία: το πισινό μέρος του λαιμού (κοτύλα)
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Το λύκο ερώτεσανε το κιορτάνι σ’ γιατί ένι παχͮύ.